Νομολογία

Απόφαση 3 / 2019 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
«…Συγκεκριμένα δε, η παραπομπή έγινε για τα ζητήματα, σε περίπτωση που κάποιος, εξαπατώντας του αρμόδιους υπαλλήλους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ με πλαστό τίτλο σπουδών, προσληφθεί και παρέχει εργασία, λαμβάνοντας κάθε μήνα ή δεκαπενθήμερο το μισθό του, α) αν αυτός διαπράττει άπαξ απάτη με τη χρήση του πλαστού τίτλου σπουδών και την παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων με την ψευδή παράσταση ότι έχει το τυπικό προσόν των σπουδών να τον προσλάβουν και να τον μισθοδοτούν ή αν διαπράττει περισσότερες κατ’ εξακολούθηση πράξεις απάτης κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του, με παρασιώπηση του γεγονότος ότι προσλήφθηκε χωρίς να διαθέτει το τυπικό προσόν των σπουδών, κατόπιν εξαπάτησης με την χρήση πλαστού τίτλου σπουδών, λόγω της έκδοσης διαφορετικών επί του ζητήματος αυτού αποφάσεων και β) όταν αυτός έχει τα απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα και δύναται να προσφέρει την εργασία για την οποία προσλήφθηκε, αν υπάρχει η απαιτούμενη ζημία του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, ενόψει της προσφερόμενης σ’ αυτό εργασίας έναντι του καταβαλλόμενου μισθού και αν από την παροχή εργασίας ισοσταθμίζεται πλήρως η βλάβη που υφίσταται το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ από το μισθό που καταβάλλει.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, “όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται …αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών”, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου “επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών” α)..β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000 ευρώ), όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 24 του ν. 4055/2012), (προηγουμένως το ποσό ανερχόταν σε 73,000 ευρώ). Αν δε η απάτη στρέφεται κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α του ΠΚ, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε σ’ αυτά υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, τότε κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν 1608/1950 (όπως ήδη ισχύει μετά από τροποποιήσεις) επιβάλλεται κάθειρξη και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος β) εν γνώσει, υπό την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Η κατά τα άνω παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση – απόκρυψη – παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και από τους οποίους οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, με την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Η πράξη εξαπάτησης πρέπει να κατευθύνεται στην πρόκληση ή διατήρηση πλάνης σε άλλον, η οποία όμως δεν προκλήθηκε προηγουμένως σ’ αυτόν από το δράστη με διαφορετικό από τους υπαλλακτικώς αναφερόμενους τρόπους τέλεσης της απάτης. Με την έκφραση “διατήρηση πλάνης” δεν εννοείται κατ’ ακριβολογία η διατήρηση μιας αρχικά υφιστάμενης αμετάβλητης παράστασης, αλλά παράλειψη του δράστη να αποτρέψει ή να άρει επιγενόμενη πλάνη, οφειλόμενη στο ότι ο διαθέτων θεωρεί υφιστάμενη μία κατάσταση, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί. Περιουσία, νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διάθεσης που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του παραπλανηθέντα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει, ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους. Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της απόφασης προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης και όχι περισσότερες εξακολουθητικώς τελούμενες, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Έτσι, επί απάτης που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος, συνιστάμενες στη χωρίς υποχρέωση καταβολή ενός επιδόματος ή μισθού δεν συντρέχει περίπτωση κατ’ εξακολούθηση τέλεσης της απάτης, αφού, για να υπάρξει εξακολουθούν έγκλημα, θα πρέπει να διαπράττεται κάθε φορά μια νέα αυτοτελής απάτη. Εξάλλου, όταν η εξαπάτηση είναι το αποτέλεσμα της θετικής ενέργειας της ψευδούς παράστασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζεται με τη μορφή της παράλειψης άρσης της πλάνης του θύματος, ως ένα δήθεν έγκλημα μη γνήσιας παράλειψης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη μετατροπή κάθε στιγμιαίου εγκλήματος σε διαρκές και κάθε εγκληματική ενέργεια σε σύνθετη συμπεριφορά (ενέργειας και παράλειψης), που έχει ως συνέπεια η διάπραξή της να διαρκεί για όσο χρονικό διάστημα δεν επέρχονται ακόμη τα τελικά αποτελέσματά τους. Έτσι, σε περίπτωση που η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση, την οποία επιχειρεί, προκαλείται με θετική ενέργεια, η παράλειψη άρσης αυτής της διάθεσης είναι ποινικά αδιάφορη. Δεν δημιουργείται δε υποχρέωση άρσης της ήδη επελθούσας πλάνης που οδηγεί σε διαδοχικές διαθέσεις και διαδοχικές επιζήμιες συνέπειες, που αντιστοιχούν στο συνολικό όφελος, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με την άπαξ επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και που εντάσσονται σε ένα και το αυτό έγκλημα απάτης, με το οποίο δεν δημιουργείται κάποιος άλλος κίνδυνος για κάποιο άλλο αγαθό, αλλά είναι το ίδιο περιουσιακό αγαθό του τρίτου με το ίδιο υλικό αντικείμενο που πλήττεται στην ίδια έκταση, δηλ. στο ίδιο ποσό, στο οποίο εξ αρχής απέβλεψε ο δράστης ως περιουσιακό όφελος. Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση που η περιουσιακή διάθεση και η εξ αυτής βλάβη δεν επέρχεται ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της παραπλανητικής συμπεριφοράς και την εξ αυτής προκληθείσα πλάνη αλλά μεταγενέστερα, να δημιουργείται, από το χρονικό σημείο της επελθούσας πλάνης, αμέσως υποχρέωση του δράστη, λόγω προηγούμενης επικίνδυνης κατάστασης που ο ίδιος δημιούργησε, να αποτρέψει την περιουσιακή διάθεση, στην οποία όμως απέβλεπε με την αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του. Συνακολούθα, επί απάτης,που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος και η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση πραγματώθηκε με θετική ενέργεια, ήτοι με την άπαξ θετική απατηλή συμπεριφορά της παράστασης ψευδούς γεγονότος, ως αληθινού, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι συνεχίζεται με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου της παρασιώπησης ήτοι της παράλειψης ανακοίνωσης του αληθινού γεγονότος και με τη δημιουργία έτσι νέα πλάνης, κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του, που όμως αυτή έχει ήδη επέλθει με την αρχική επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και να αποτελεί έτσι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, αν δεν διαπράττεται κάθε φορά νέα αυτοτελής απάτη, με την πρόκληση νέας και διαφορετικής βλάβης στην περιουσία του παθόντος.
…..Με αυτά, όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ως προς την τέλεση της απάτης κατ’ εξακολούθηση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 386 ΠΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον, αφού δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε από την αναιρεσείουσα αρχικά με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ήτοι με την υποβολή στα αρμόδια όργανα του ΝΠΔΔ, στις 13.5.1996, του επίδικου πλαστού τίτλου σπουδών, οπότε και αυτά παραπλανήθηκαν και εξαπατήθηκαν και, έγινε η πρόσληψη αυτής στη θέση καθαρίστριας, η πράξη της απάτης τελέστηκε με την άπαξ ως άνω προκληθείσα πλάνη με θετική ενέργεια. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί, όπως ακολούθως έγινε δεκτό, και καταδικάστηκε, ότι η πράξη αυτή της απάτης συνεχίστηκε και τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, που τέλεσε η αναιρεσείουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 13.5.1996 έως 31.7.2015, με παρασιώπηση της αλήθειας, ήτοι με παράλειψη ανακοίνωσης, κάθε μήνα που εισέπραττε το μισθό της, περί της πλαστότητας του τίτλου και έλλειψης του απαιτούμενου τυπικού προσόντος, δηλαδή με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου, διότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά, δεν θεμελιώνονται αυτοτελείς απάτες, χωρίς την πρόκληση κάθε φορά νέας χωριστής πλάνης προκληθείσας από νέα χωριστή απατηλή συμπεριφορά και την πρόκληση νέας διαφορετικής βλάβης.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης από 19.11.2018 αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο συμπληρωματικός επ’ αυτού τελευταίος λόγος της από 15.1.2019 συμπληρωματικής αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, που παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια ως άνω, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται, μεταξύ των άλλων, βλάβη της περιουσίας του εξαπατηθέντος, με την έννοια που προαναφέρθηκε. Όπως γίνεται δεκτό, δεν υπάρχει βλάβη όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη, την οποία αυτός παραπείστηκε να διαπράξει. Έτσι, στην περίπτωση, που κάποιος, προσκομίζοντας πλαστό πτυχίο επιτύχει να προσληφθεί σε δημόσια θέση, καίτοι δεν έχει τα νόμιμα προσόντα να καταλάβει τη θέση αυτή, η ζημιά του Δημοσίου από την καταβολή σε αυτόν αποδοχών της θέσης που παράνομα κατέλαβε, ισοσταθμίζεται από την παροχή της εργασίας του, με συνέπεια να μην υφίσταται βλάβη, εκτός εάν το Δημόσιο ή το ΝΓΤΔΔ απέβλεψε στις ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα του προσλαμβανόμενου, όπως αυτές τεκμηριώνονταν με βάση το τυπικό προσόν, που έθεσε, ως τυπική προϋπόθεση, και το πλαστό πτυχίο παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα και η παροχή εργασίας, ενόψει της φύσης της, απαιτεί κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για “ισάξια αντιπαροχή”. Αντίθετη άποψη, ότι προϋπόθεση για να ισοβαθμισθεί η παροχή εργασίας του εξαπατήσαντος με τις παροχές (μισθός) που έλαβε αυτός, αποτελεί, απαραιτήτως, η νομιμότητα της αντιπαροχής, ήτοι η νομιμότητα της εργασίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ενόψει και του άρθρου 904 ΑΚ, που παρέχεται δυνατότητα στον εργαζόμενο αναζήτησης μη καταβληθέντων (μισθών) για παρασχεθείσα εργασία και επί άκυρης σύμβασης εργασίας και συνακόλουθα και μη νόμιμης εργασίας, με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Στην προκείμενη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, και προαναφέρθηκαν, ως προς τη βλάβη της περιουσίας του εξαπατηθέντος ΝΠΔΔ, παραβίασε εκ πλαγίου την εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, ενώ δέχεται την παροχή εργασίας από την αναιρεσείουσα καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα στο εξαπατηθέν ΝΠΔΔ, ως καθαρίστριας, ακολούθως δέχεται ότι η ζημιά του εξαπατηθέντος, ανερχόμενη, κατά τις παραδοχές της, στο ύψος των μικτών μισθών που καταβλήθηκαν στην αναιρεσείουσα, δεν μπορεί να ισοσταθμισθεί λόγω του μη σύννομου της εργασίας της, χωρίς όμως να διευκρινίζει και υπάρχει ασάφεια, ως προς το εάν το πρώτο (ΝΠΔΔ) απέβλεψε σε ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα της αναιρεσείουσας, με βάση το τυπικό προσόν του απολυτηρίου δημοτικού, που έθεσε ως τυπική προϋπόθεση, ούτε εάν το πλαστό πτυχίο (απολυτήριο δημοτικού) παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, ούτε εάν η παροχή εργασίας ενόψει της φύσης της απαιτούσε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, ώστε μόνο στις παραπάνω περιπτώσεις η ζημιά του εξαπατηθέντος Ν.Π.ΔΔ, να μη μπορεί να ισοσταθμισθεί με την παροχή εργασίας. Έτσι, όμως κατά τα ως άνω καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής του νόμου και δη της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης…..»

2/2019 ΑΠ (ΟΛΟΜ-ΠΟΙΝ)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Αθώωση για εμπορία ανθρώπων κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα και άμεση συνέργεια στην ως άνω πράξη. Στοιχεία του εγκλήματος. Χρήση εξαναγκαστικών και απατηλών μέσων από το δράστη για να επιτύχει την εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσης του θύματος και την εκμετάλλευση της εργασίας του. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων η φυσική εξουσίαση του δράστη επί του θύματος δεν απαιτείται να εξικνείται μέχρι την πλήρη υποδούλωση του θύματος και την πλήρη στέρηση της ελευθερίας του, ούτε να επάγεται τη διαρκή και χωρίς διακοπή θέση του θύματος υπό την εξουσία του δράστη. Πραγματικά περιστατικά. Εκμετάλλευση αλλοδαπών υπηκόων – εργαζομένων σε καλλιέργειες. Ποινική ευθύνη παραγωγού φράουλας και αρμοδίου οργάνωσης της καλλιέργειας και ποινική ευθύνη επιστάτη. Αθώωση των κατηγορουμένων, αφού όλοι οι εργαζόμενοι ήταν ενήμεροι για τους εργασιακούς όρους και τους αποδέχθηκαν με τη θέλησή τους. Οι ειδικότερες δε συνθήκες και όροι λειτουργίας της εργασιακής σχέσεως δεν συνέτειναν στην παγίδευση των αλλοδαπών εργατών και την πλήρη εξουσίασή τους από τον εργοδότη, ώστε να βιώνουν αποκλεισμό από τον εξωτερικό κόσμο. Τραυματισμός εργαζομένων κατόπιν πυροβολισμών από τον ένα εκ των κατηγορουμένων με κυνηγετικό όπλο, προκειμένου να αποτραπεί συμπλοκή μεταξύ των εργαζομένων και των νεοπροσληφθέντων ομοεθνών τους. Καταδίκη του ενός εκ των κατηγορουμένων για επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή και για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και ετέρου κατηγορουμένου για απλή συνέργεια στην ως άνω επικίνδυνη σωματική βλάβη.
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση Εισαγγελέως υπέρ του νόμου. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ελλιπής αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία του ά. 323 Α ΠΚ, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αλλοδαποί εργαζόμενοι δεν είχαν παραδώσει πλήρως την ελευθερία τους στο δράστη, ενώ αυτό δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του ά. 323 Α ΠΚ, αλλά του ά. 323 ΠΚ, βάσει των ως άνω αναφερθέντων. Επιπλέον, το Δικαστήριο αθώωσε τον ένα εκ των κατηγορουμένων με το αιτιολογικό ότι δεν είχε την ιδιότητα του εργοδότη. Ωστόσο, η έλλειψη της ιδιότητας αυτής δεν αρκεί για τη μη θεμελίωση της υπόστασης του εγκλήματος. Μη αποδοχή της απειλητικής και εκφοβιστικής συμπεριφοράς εις βάρος των αλλοδαπών. Ελλιπής η αιτιολογία και ως προς το θέμα αυτό, αφού το Δικαστήριο στήριξε την αιτιολογία του ότι δεν υπήρξε απειλητική και εκφοβιστική συμπεριφορά όχι σε πραγματικά γεγονότα, αλλά σε λογικά άλματα. Αναιρεί υπέρ του νόμου την υπ’ αριθμ. 75-81, 85-87, 111-128/2014 απόφαση του ΜΟΔ Πατρών ως προς την αξιόποινη πράξη της εμπορίας ανθρώπων και της άμεσης συνέργειας σε αυτή, τηρουμένων, όμως, απαραμείωτων των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων.

Άρειος Πάγος 1402/2019 (Ποιν.)
Υφ’ όρον παραγραφή εγκλημάτων. Αναδρομική εφαρμογή ευμενέστερης για τον κατηγορούμενο διάταξης του νέου ΠΚ και παύση της ποινικής δίωξης λόγω εφαρμογής του Ν. 4411/2016.
Παύει υπό τον όρο της παραγράφου 2 του άρθρου ογδόου του Ν. 4411/2016 η ποινική δίωξη εις βάρος του κατηγορουμένου για σωματική βλάβη εξ αμελείας, τελεσθείσα τον Ιούλιο του 2011, διότι, λόγω της αναδρομικής εφαρμογής της επιεικέστερης διάταξης του άρ. 314 παρ. 1 του νέου ΠΚ, η πράξη του κατηγορουμένου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω άρθρου του Ν. 4411/2016.

Άρειος Πάγος 1420/2018 (Ποιν.)
Παραβίαση προσωρινής διαταγής δικαστή εκ προθέσεως. Αιτιολογημένη καταδίκη.
Ορθώς και αιτιολογημένως καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη για εκ προθέσεως παραβίαση προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας απαγορευόταν οποιαδήποτε μεταβολή και εκποίηση των κινητών πραγμάτων που υπήρχαν στο κατάστημά της μέχρι την συζήτηση αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης, αφού η αναιρεσείουσα εκποίησε τα εισκομισθέντα εντός του προαναφερομένου μισθίου κινητά πράγματα ασκώντας κανονικά την επιχειρηματική της δραστηριότητα.

260/2019 ΑΠ ( 748434)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία. Ως προς την αναγνώριση της υποχρεώσεως του Δημοσίου προς αποζημίωση των τελικώς αθωωθέντων (κρατουμένων) κατηγορουμένων αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα ποινικά δικαστήρια και τα δικαστικά συμβούλια, ενώ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της αποζημιώσεως. Η εν λόγω κατ` αποκοπήν ημερησία αποζημίωση αφορά τόσο την περιουσιακή ζημία όσο και την ηθική βλάβη και δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσόν των 29 ευρώ, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των οποίων φέρει ο ενάγων. Έννοια των εξαιρετικών περιπτώσεων. Πώς συγκεκριμενοποιείται, δοθέντος ότι συνιστά αόριστη νομική έννοια. Παραβίαση της ρυθμίσεως αυτής εκ μέρους του Εφετείου, το οποίο επιδίκασε αποζημίωση καθ` υπέρβαση του ορίου των 29 ευρώ ημερησίως, παρότι δεν εδέχθη την συνδρομή εξαιρετικών λόγων. Λήψη υπόψη από το δικαστήριο απαραδέκτως γενομένης συμπληρώσεως και διορθώσεως των αγωγικών ισχυρισμών ως και της προτεινομένης νέας ιστορικής αγωγικής βάσεως. Ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Η μεταβολή της ιστορικής βάσεως δεν ασκεί επίδραση επί του κύρους του αγωγικού δικογράφου, καθ` όσον αφορά την αρχική βάση της αγωγής, δυνατόν όμως εξ αυτής να προκύπτει δικαστική ομολογία περί μη συνδρομής της ουσιαστικής βασιμότητος της αρχικής βάσεως της αγωγής, οπότε η αγωγή απορρίπτεται κατ` ουσίαν. Εσφαλμένος υπολογισμός του διαφυγόντος κέρδους της αναιρεσίβλητης, συνυπολογίζοντας ότι απώλεσε και τα επιδόματα εορτών, τα οποία όμως δεν τυγχάνουν συμβατά προς την ιδιότητα του διευθυντικού στελέχους που κατείχε. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 2652/2017 ΜονΠρΑθηνών).

Άρειος Πάγος Απόφαση 769 / 2015
Εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη κατ΄επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη σε βάρος προσώπου ανίκανου να αντισταθεί, και δη ανήλικης (2 ετών). Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων. Πραγματικά περιστατικά. Πρόκληση από τον κατηγορούμενο εις βάρος της ανήλικης ελαφράς κάκωσης του πτερυγίου του αυτιού της (μικρή εστιακή εκχύμωση …..). Δεν φαίνεται να είναι συνεχής η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ούτε προκύπτει ότι έλαβε χώρα η πράξη με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Πταισματική παράβαση (άρθ. 24 παρ. 3β του ν. 4055/2012) και, ως εκ τούτου, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση Εισαγγελέως. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Προσδιορίζεται σαφώς το είδος και η έκταση της σωματικής βλάβης. Μέσα αποδείξεως. Πραγματογνωμοσύνη. Εκθεση κλινικής ψυχολόγου και παιδοψυχολόγου, η οποία συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως της μητρός. Επέχει θέση ιδιωτικής γνωματεύσεως. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.