Διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821- Προβληματισμοί Εμπραγμάτου Δικαίου

Τα τελευταία έτη, με αφορμή τις δίκες που αφορούν στις διορθώσειςτων ανακριβών εγγραφών στο Κτηματολόγιο, είναι εξαιρετικά σύνηθες, οι ιδιώτες να βρίσκονται σε αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο,προκειμένου να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς τους σε ακίνητα που δεν δηλώθηκαν έγκαιρα στο Κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία τους, με αποτέλεσμα τα ακίνητα να εμφανίζονται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη». Αυτό συμβαίνει γιατί σύμφωνα με το άρθρο 9 ν. 2664/1998 «Ακίνητα που δενέχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα “άγνωστου ιδιοκτήτη” θεωρείται ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου μόλις καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή».Με άλλα λόγια, όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία διόρθωσης και οριστικοποιηθούν οι αρχικές κτηματολογικές εγγραφές με την ένδειξη “αγνώστου ιδιοκτήτη”, θα ισχύει τεκμήριο ότι τα ακίνητα αυτά ανήκουνκατά κυριότητα στο ελληνικό δημόσιο.

Μπορεί αυτό να φαντάζει ως μια διαφορά τυπική, ιδίως στις περιπτώσεις που ο ιδιώτης διαθέτει νόμιμους τίτλους για το ακίνητό του, ωστόσο οι απόψεις που υποστηρίζει το ελληνικό δημόσιο στο πλαίσιοτης αντιδικίας για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων, είναι αξιοπρόσεκτες. Συγκεκριμένα, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ιδιώτες επικαλούνται τρόπο κτήσης της ιδιοκτησίας τους την έκτακτη χρησικτησία, το ελληνικό δημόσιο ισχυρίζεται ότι τα ακίνητα περιήλθαν στη δική του ιδιοκτησία μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγόως διάδοχος των δικαιωμάτων του προκτήτορος Τουρκικού Δημοσίου, συνεπώς ο ιδιώτης θα πρέπει να αποδείξει ότι απέκτησε το ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο, όπως πχ. με χρησικτησία σε βάρος του ελληνικού δημοσίου, μέχρι την 11.09.1915, διότι στη συνέχεια με το αρ. 21 ΝΔ22-4/16.05.1916 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ» καθιερώθηκε το απαράγραπτο των εμπράγματων δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου.

Ειδικότερα, η πάγια θέση του ελληνικού δημοσίου είναι ότι η κτήση κυριότητας ακινήτων σύμφωνα με το αρ. 51 ΕισΝΑΚ κρίνεται με βάσητο δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που προσπόρισαν την κυριότητα σε κάποιον, συνεπώς στην περίπτωσή του το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότιεκείνο κατέστη κύριο των διεκδικούμενων ακινήτων το έτος 1912, ότε και ίσχυε ο γενικός νόμος περί γαιών της 7 ης ραμαζάν 1274 (1856), καθώς η Χίος μέχρι τότε αποτελούσε τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σύμφωνα λοιπόν με τα άρθρα 1-3 του ως άνω οθωμανικού νόμου περίγαιών που επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια),(οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες),των οποίων την κυριότητα είχεαυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες(μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένεςσε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιοκαι (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη,τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Από τις ως άνω πέντε κατηγορίες, σύμφωνα με το Ελληνικό Δημόσιομόνο η πρώτη ανήκε σε ιδιώτες, ενώ υπό περιστάσεις και οι καλλιεργήσιμοι αγροί, παραχωρούνταν σε ιδιώτες προς εκμετάλλευση και αναγνωρίζονταν υπό προϋποθέσεις ιδιωτικά δικαιώματα επ’ αυτών,ωστόσο σήμερα, εν έτει 2021, στις σχετικές δίκες το Ελληνικό Δημόσιοεγείρει αξιώσεις σχετικά με τους αγρούς και απαιτεί να αποδείξει οιδιώτης ότι είχε αποκτήσει δικαιώματα επ’ αυτών με κάποιο τρόπο σύμφωνο προς το οθωμανικό δίκαιο, την περίοδο της τουρκοκρατίας.Συνεπώς, κατά την άποψη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία σε κάποιο βαθμό επιβεβαιώνεται από την ελληνική νομολογία, το ποιος είναι κύριος του ακινήτου το 2021, καθορίζεται από το ποιος ήταν κύριος αυτού, τηνπερίοδο της Τουρκοκρατίας και εν προκειμένω για τη Χίο, μέχρι την11.09.1915, που θεσπίστηκε το απαράγραπτο των δικαιωμάτων τουΕλληνικού Δημοσίου.

Οι απόψεις αυτές εν μέρει έχουν απήχηση στην ελληνική νομολογία,καθώς κατ’ αρχήν αναγνωρίζεται ότι δυνάμει των πρωτοκόλλων τουΛονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7- 1830, σε συνδυασμόμε την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως “Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων”, το Ελληνικό Δημόσιοαπέκτησε την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχεκαταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές, δέχεται η ελληνική νομολογία ότι το ΕλληνικόΔημόσιο διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση “δικαώματι πολέμου”, ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.

Παράλληλα, με το άρθρο 21 του ν. δ. της 22-4/26-5-1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης”, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α. ν. 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων” επί της ουσίας απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων αξιώσεων του Ελληνικού Δημοσίου καθώς οι περί ακινήτων εμπράγματες αξιώσεις του Δημοσίου κατέστησαν απαράγραπτες.

Ως προς τα νησιά του Αιγαίου, ωστόσο, πάγια αναγνωρίζει η ελληνική νομολογία ότι «Η διαδοχή όμως αυτή (σ.σ. του ελληνικού δημοσίου) δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης “τεσσαρούφ”, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό Δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου “περί γαιών” κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια,τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας τηςΕλλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης». Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων,σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου».

Η κομβική έννοια συνεπώς, είναι το ποια ακίνητα θεωρούνταν κατάτη διάρκεια της τουρκοκρατίας γαίες καθαράς ιδιοκτησίας και ποια δημόσιες γαίες μη δεκτικές εξουσίασης. Έτσι, η ελληνική νομολογία,διακρίνει ότι όσα ακίνητα ανήκαν ή είχαν παραχωρηθεί προς εκμετάλλευση σε ιδιώτες την περίοδο της τουρκοκρατίας ως ακίνηταδεκτικά εξουσίασης και ιδίως τα καλλιεργήσιμα αγροτεμάχια που καλλιεργούνταν από ιδιώτες, ανήκουν σε ιδιώτες. Αντίθετα, ακίνητα πουδεν είναι δεκτικά εξουσίασης, όπως τα δάση, οι αιγιαλοί, τα κοινόχρηστα, οι βοσκές και οι εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα όπως πχ. τα βουνά, τα βράχια κλπ. θεωρούνται δημόσιες γαίες που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο.

Αξιοπρόσεκτα είναι βέβαια, τα νομοθετήματα που θεσπίζουν την διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα ακίνητα μετά την απελευθέρωση και το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου δίχως όρια ή περιορισμούς, όπως και η περιέλευση των «αδεσπότων» στοΕλληνικό Δημόσιο εκ του νόμου χωρίς αυτά να καταληφθούν και στην πραγματικότητα από το Ελληνικό Δημόσιο, ωστόσο μπορούν να γίνουν κατανοητά στο πλαίσιο της εποχής που θεσπίστηκαν, διότι τότε διασφάλιζαν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος από επιτήδειους και έναντιτων Οθωμανών, προκειμένου αυτό να ανασυντεθεί. Οι διατάξεις αυτές ήταν αναγκαίες υπό τις συνθήκες που θεσπίστηκαν, διότι έπρεπε να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτεςτους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Είναι ωστόσο σαφές, ότι καταργώντας επιλεκτικά την έννοια της παραγραφής, σε δίκες όπου το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι εκείνο δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα, διότι απέκτησε δικαιώματα εκ του νόμου, ουσιαστικά ματαιώνεται κάθε αποδεικτική δυνατότητα του πολίτη σε μια δίκη, καθώς ευλόγως ελάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να αποδείξουν την κυριότητά τους στα ακίνητά τους, από την εποχή της τουρκοκρατίας. Δεν δικαιολογείται όμως η επίκληση αυτών των διατάξεων σε καμία άλλη περίπτωση, πέρα από αυτή που προορίζονταν να καλύψουν.

Αναλογιζόμαστε, κατόπιν των ανωτέρω, ότι το έτος 2021, 200 χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση, η κυριότητα των ακινήτων μας κρίνεται με βάση το Οθωμανικό Δίκαιο περί γαιών, το οποίο επικαλείται το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, όταν βρίσκεται σεαντιδικία με τους πολίτες του. Για πόσα χρόνια όμως, μπορεί να παραμένουν απαράγραπτα τα δικαιώματα του ελληνικού δημοσίου σε ακίνητα που κατά τους ισχυρισμούς του απέκτησε εκ του νόμου έναντιτων Ελλήνων πολιτών και για πόσα χρόνια μπορεί να παραμένει άνευ νομικής σημασίας η άσκηση νομής και η αξιοποίηση της γης από τους
ιδιώτες με την ανοχή της έννομης τάξης, χωρίς να θεωρείται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας των πολιτών;

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, ότι το κράτος, συντίθεται από τρία βασικά στοιχεία, το έδαφος, τον λαό και την εξουσία – κυριαρχία, χωρίς τα οποία δεν έχει ύπαρξη, συνεπώς όταν αποδυναμώνει κάποιο από αυτά,ακόμη κι αν επιφανειακά φαίνεται να το κάνει προς όφελός του, στην πραγματικότητα σαν τον Μιθριδάτη κι αυτό, αποδυναμώνει το ένα απότα τρία συστατικά του στοιχεία. Η απόφαση του κράτους να εορτάσει πανηγυρικά με πάσης φύσεως εκδηλώσεις την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 είναι ευπρόσδεκτη σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, ως ένα μήνυμα ενότητας και συνοχής του τόπου, ωστόσο, πόσο εύκολα μπορούμε να λέμε «έτερον εκάτερον»; Η Ιστορία μας είναι κομμάτι του εαυτού μας και συν-διαμορφώνει την ταυτότητά μας, αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι η Ιστορία μπορεί να καθορίζει και το μέλλον μας.