Να μη μας οδηγήσει ο covid -19 στη σανίδα του Καρνεάδη

Είναι γεγονός, ότι αν ένα χρόνο νωρίτερα, μας έλεγε κανείς ότι εξαιτίας ενός θανατηφόρου ιού θα υποχρεωθούμε με κυβερνητικές πράξεις να περιοριστούμε στα σπίτια μας και να ζητούμε ειδική άδεια από το κράτος για να μετακινηθούμε, ενημερώνοντας τις «αρμόδιες» αρχές για το κάθε βήμα μας, οι περισσότεροι θα γελούσαμε με αυτές τις θεωρίες «συνομωσίας» και κανείς δεν θα μπορούσε να διανοηθεί την ακραία υγειονομική κρίση που θα διαταράξει όλες τις οικονομικές και κοινωνικές ισορροπίες, παγκοσμίως. Η επιβολή των lockdown αποτελεί την υπέρτατη υποχώρηση της ατομικής ελευθερίας, μπροστά όχι στον κίνδυνο, αλλά δυστυχώς στην πραγματοποιούμενη – μπροστά στα μάτια μας – διασπορά ενός μη διαχειρίσιμου ιού, μιας λαίλαπας που κάποιους απλά τους αγγίζει ενώ για κάποιους άλλους είναι μοιραία. Είναι βέβαια πολύ διαφορετικό να ακούμε τους τρομακτικούς αριθμούς με τα θύματα στις ειδήσεις, ούτε καν μπορεί να διανοηθεί κανείς το παγωμένο ράπισμα, όταν τελικά αυτό επιλέξει το δικό του κουδούνι. Το δικό του σπίτι. Τον δικό του άνθρωπο. Αυτό μας επιλέγει ή εμείς του ανοίγουμε;

Έχουμε υποχρέωση όχι μόνο προς τον εαυτό μας, όχι μόνο προς τον συγγενή μας αλλά και αυτούς που έχουμε υπό την επιμέλειά μας, αλλά έχουμε υποχρέωση ο ένας προς τον άλλον, καθένας ξεχωριστά ως μέλος αυτής της κοινωνίας και ακόμη παραπέρα, προς τους ανθρώπους που δουλεύουν στα νοσοκομεία μας και σε όλες τις νοσηλευτικές μονάδες. Οι ιατροί μας και το νοσηλευτικό μας προσωπικό, δίνουν έναν υπεράνθρωπο αγώνα, να βοηθήσουν όσους έχουν ανάγκη, με τις συγκεκριμένες δυνατότητες που τους παρέχει το σύστημα υγείας μας από άποψη κλινών και υλικοτεχνικού εξοπλισμού. Είναι υποχρέωσή μας να μη φέρουμε κανέναν στη δύσκολη θέση να αποφασίσει, να επιλέξει, να κρίνει ποιος θα βοηθηθεί και ποιος όχι.

Είναι πολύ δυσάρεστο, να διαπιστώνει κανείς ότι αυτά που κάποτε αποτελούσαν «σχολικό» παράδειγμα, κινδυνεύουν σήμερα να τεθούν σε ευρεία πρακτική εφαρμογή. Μαθαίναμε λοιπόν στις βασικές αρχές του ποινικού δικαίου για να ξεχωρίσουμε την κατάσταση άμυνας, την κατάσταση ανάγκης που αίρει το άδικο και την κατάσταση ανάγκης που αίρει τον καταλογισμό, το παράδειγμα της «σανίδας του Καρνεάδη», όπου υπήρχαν περισσότεροι ναυαγοί και μία μονάχα σανίδα σωτηρίας, ή σε διαφορετική εκδοχή, για να επιπλεύσει η βάρκα έπρεπε να πετάξουμε κάποιους ναυαγούς στη θάλασσα, ή εν πάσει περιπτώσει από τους 10 ναυαγούς μπορούσαμε να διασώσουμε τους 7. Αυτές οι καταστάσεις, δυστυχώς σήμερα δεν είναι εξωπραγματικές για τους ιατρούς μας.

Κατά το παρελθόν, είχε διαμορφωθεί από τη νομολογία η έννοια του «τραγικού ηθικού διλήμματος», ή κατ΄ άλλη διατύπωση «του ανθρωπίνως φευκτού της υπαιτιότητας». Οι έννοιες αυτές, είχαν διαπλαστεί από τη νομολογία για να περιγράψουν καταστάσεις, όπου ήταν αδύνατο για κάποιον να συμμορφωθεί προς το δίκαιο, αναγνωρίζοντας ότι ουδείς μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα. Έτσι, όταν υπήρχε η διαπίστωση, ότι σε κάποια κατάσταση, ο «δράστης» ό,τι και να επιλέξει θα είναι εξίσου άδικο (εξίσου άδικο νομικά, όχι ηθικά), αναγνωριζόταν ότι δεν μπορεί να του καταλογιστεί το άδικο της πράξης του. Αυτό λοιπόν, που σε εντελώς εξαιρετικές καταστάσεις αναγνώριζαν τα ελληνικά δικαστήρια χωρίς να προβλέπεται ρητά στο γράμμα του νόμου ως έννοια, με το νέο ποινικό κώδικα που ήδη ισχύει, προβλέφθηκε ρητά, στο άρθρο 33 Π.Κ. με τίτλο Αδυναμία αποφυγής αδίκου: «Η πράξη δεν καταλογίζεται σε εκείνον που την τέλεσε, αν κατά την τέλεσή της αδυνατούσε να συμμορφωθεί προς το δίκαιο λόγω ανυπέρβλητου για τον ίδιο διλήμματος εξαιτίας σύγκρουσης καθηκόντων και η προσβολή που προκλήθηκε από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με την προσβολή που απειλήθηκε.»

Έτσι λοιπόν, κάποιος που βρίσκεται σε σύγκρουση καθηκόντων, καθώς κινδυνεύουν να προσβληθούν ανάλογα σε είδος και σπουδαιότητα αγαθά και βιώνει ανυπέρβλητο για τον ίδιο δίλημμα, το οποίο δεν του επιτρέπει να συμμορφωθεί προς το δίκαιο, ρητά προβλέπεται πλέον, ότι βρίσκεται σε σύγκρουση καθηκόντων που αίρει τον καταλογισμό του. Σημειώνεται εδώ ότι έχει κομβική σημασία το ότι αίρεται ο καταλογισμός και όχι ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, διότι με τον τρόπο αυτό πρώτον αναγνωρίζεται ρητά ότι η πράξη του παραμένει άδικη και δεν έρχεται σε συμμόρφωση προς το δίκαιο, αλλά συγχωρείται η αδυναμία του αυτή να συμμορφωθεί προς το δίκαιο, δεύτερον, εφόσον η πράξη παραμένει άδικη, χωρεί νόμιμη άμυνα εναντίον αυτής.

Πρόκειται για την απόλυτα οριακή κατάσταση, που δοκιμάζει κάθε έννοια σεβασμού στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έτσι λοιπόν, όταν φέρνουμε τον ιατρό στην τραγική θέση να επιλέξει, ποιον ασθενή να διασωληνώσει, σε ποιον ασθενή θα προσφέρει τη μοναδική διαθέσιμη κλίνη, δεδομένου ότι η ανθρώπινη ζωή είναι το ύψιστο αγαθό και η αξία του δεν είναι διαβαθμίσιμη αλλά αντιθέτως οι ανθρώπινες ζωές είναι ισότιμες, τον οδηγούμε σε σύγκρουση καθηκόντων, η οποία από την ποινική σκοπιά, μπορεί να υπαχθεί στο αρ. 33 Π.Κ. Αίρεται ο καταλογισμός του, χωρεί άμυνα κατά της πράξης του. Με τη συνείδησή του όμως τι γίνεται;

Αυτό είναι σεβασμός και εκτίμηση προς το έργο των ιατρών μας και όχι τα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια. Δεν χωρούν επιπολαιότητες εδώ, διότι η επιπολαιότητα του ενός, μπορεί να είναι μοιραία για τον άλλον. Υποχρέωσή μας είναι να λάβουμε όλοι τα μέτρα μας για την διακοπή της εξάπλωσης του κορωναϊού. Υποχρέωση της κυβέρνησης, να επιβιώσουμε όλοι οικονομικά, ψυχικά και όταν με το καλό ξεπεράσουμε αυτή την ακραία κατάσταση, να υπάρχει ακόμα μεσαία τάξη. Μπορούμε με απλούς τρόπους να φροντίσουμε να βρει όλες τις πόρτες κλειστές. Να φύγει και να μην ξανάρθει. Και του χρόνου να αγκαλιαστούμε.