Το οικογενειακό δίκαιο ….προς αναβάθμιση

Το τελευταίο διάστημα επιχειρείται η αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου προς την κατεύθυνση της αναβάθμισης του ρόλου του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων όταν οι γονείς δεν ζουν πια μαζί. Ήδη με το ν. 4714/2020 προστέθηκε το αρ. 1519 Α.Κ. σύμφωνα με το οποίο «Μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου, που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτεί προηγούμενη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη οριστική δικαστική απόφαση μετά από αίτημα οποιουδήποτε από τους γονείς. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο”. Προφανώς, ο σκοπός της προσθήκης του εν λόγω άρθρου στον Αστικό μας Κώδικα είναι η εξάλειψη του απαράδεκτου φαινομένου δήθεν «ακούσιας» τοποθέτησης ανυπέρβλητων προσκομμάτων στην άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέως που δεν διαμένει με το τέκνο, στην πράξη.

Για να κατανοήσουμε τι σημαίνουν όλες αυτές οι ρυθμίσεις, ας ξεκινήσουμε από το βασικό, όταν γεννιέται ένα παιδί, οι δυο γονείς του ασκούν από κοινού τη γονική του μέριμνα, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα καθήκον και υποχρέωση των δυο γονιών και περιλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας, την εκπροσώπηση και την επιμέλεια του προσώπου του, δηλαδή την καθημερινή φροντίδα του παιδιού. Το σύνηθες σημερινό μοντέλο κατά τη λύση ενός γάμου, είναι ότι οι δυο γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα του παιδιού συνεπώς να έχουν και οι δύο λόγο στα σοβαρά ζητήματα που αφορούν στο παιδί, ο ένας γονιός αναλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του παιδιού και διαμένει μαζί του και ο γονιός που δεν ασκεί την επιμέλεια αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει κάποιο χρηματικό ποσό ως συμμετοχή στη διατροφή του παιδιού και ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας με το παιδί του. Αυτονόητα, με το ισχύον νομικό πλαίσιο δεν απαγορεύεται η σύναψη κάποιας άλλης συμφωνίας, ούτε επιβάλλεται να καταμεριστούν κατά αυτό τον τρόπο οι αρμοδιότητες των γονέων και σίγουρα δεν υπάρχει «εκ του νόμου» πρόβλεψη για το ύψος της διατροφής των παιδιών ή το πόσες ημέρες της εβδομάδος θα επικοινωνούν τα παιδιά με τον γονέα που δεν διαμένει μαζί τους. Αυτό που «επιβάλει» ο νόμος, αλλά και η κοινή λογική, και το κοινό αίσθημα, και η απλή, λιτή κι απέριττη «ανθρωπιά», είναι δυο άνθρωποι που χωρίζουν, να προτάσσουν το συμφέρον των παιδιών τους κατά τη λύση του γάμου τους ή της συμβίωσής τους και με ειλικρίνεια, να αναλογιστούν τις πραγματικές δυνάμεις τους και τις πραγματικές συνθήκες της καθημερινότητάς τους, ώστε να προβούν σε μια ρύθμιση της ζωής τους εφεξής, που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές τους δυνατότητες. Δεν έχει νόημα να αξιώνονται ύψη διατροφής που δεν ανταποκρίνονται στο επίπεδο της ζωής των γονέων ούτε καν κατά το παρελθόν, πόσο μάλλον εφεξής με ότι συνεπάγεται η διάσπαση της κοινής συμβίωσης οικονομικά, ούτε έχει νόημα να απαιτείται μια τόσο διευρυμένη επικοινωνία με τα παιδιά που δεν μπορεί να συνδυαστεί με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις και τον πραγματικό διαθέσιμο χρόνο, οπότε τελικά τα παιδιά να πηγαίνουν να επικοινωνήσουν με τον γονιό τους και να καταλήγουν μόνα τους ή με τους παππούδες τους (οι οποίοι έχουν δικό τους αυτοτελές δικαίωμα επικοινωνίας) ή πολύ χειρότερα η προσδοκία τους ότι θα συναντήσουν τον γονιό τους να ματαιώνεται. Θα πρέπει να αποτελεί κοινή συνείδηση, πως όταν το ένα σπίτι γίνεται δυο, προφανώς και δεν βγαίνει κάποιο κέρδος, σκοπός είναι ο περιορισμός της ψυχικής και οικονομικής απώλειας στο ελάχιστο δυνατό, ενώ ως προς τα παιδιά μοναδικός στόχος και των δύο γονέων εφεξής πρέπει να είναι, η ελάχιστη αποσταθεροποίηση και η ελάχιστη αρνητική επιρροή αυτής της εξέλιξης πρώτον στο επίπεδο διαβίωσης των παιδιών και δεύτερον στις προοπτικές εξέλιξης των παιδιών στο μέλλον.

Περαιτέρω, παρατηρείται μια προσπάθεια διάδοσης στο ευρύ κοινό της άποψης που προτείνει την άσκηση συνεπιμέλειας από τους δύο γονείς, με εναλλασσόμενη κατοικία για τα παιδιά ώστε οι γονείς να απολαμβάνουν ίσο χρόνο και να έχουν ισότιμο ρόλο στη ζωή των παιδιών τους. Μάλιστα, στο πλαίσιο αυτό δημοσιοποιήθηκαν και τα αποτελέσματα μιας σχετικής διαδικτυακής έρευνας, με συμπεράσματα μεταξύ άλλων του τύπου «ο ένας γονέας προσπαθεί να στρέψει τις αρχές ενάντια στον στοχοποιημένο γονέα με ψευδείς κατηγορίες» και «ένας δικηγόρος συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στην αποξένωση/ ψευδείς κατηγορίες». Οι διατυπώσεις βέβαια αυτές, είναι αξιοπρόσεκτες πρωτίστως για την έντονα υποκειμενική φύση τους και τον καταγγελτικό τους τόνο και δευτερευόντως για την συγκρουσιακή ατμόσφαιρα που μαρτυρούν, η οποία καμία σχέση δεν έχει με το όλο πνεύμα της συνεργασίας που προαπαιτείται, για να μπορεί να γίνει συζήτηση για οτιδήποτε αφορά σε συν -, όπως η συνεπιμέλεια. Διότι όταν λέμε «ψευδείς κατηγορίες» στην πραγματικότητα πρόκειται για μη αποδεκτές «κατηγορίες», ενώ το ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα δεν είναι πάντα ευδιάκριτο όπως το άσπρο ή μαύρο στις οικογενειακές διαφορές ακριβώς επειδή υπάρχει έντονη υποκειμενικότητα. Αυτονόητα, η υπόνοια ότι ο δικηγόρος μπορεί να «εμφυτεύει ψευδείς κατηγορίες» σε μια οικογενειακή διαφορά είναι τουλάχιστον προσβλητική για το δικηγορικό σώμα.

Το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων είναι το Α και το Ω των συμφωνιών ή των αποφάσεων των Δικαστηρίων ως προς ζητήματα γονικής μέριμνας, επιμέλειας και επικοινωνίας. Ευτυχώς αυτό αναγνωρίζεται έμπρακτα, αφού στο 1513 Α.Κ. προβλέπεται ότι για τη λήψη της απόφασής του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, ενώ στο αρ. 612 Κ.Πολ.Δικ. προβλέπεται η επικοινωνία του ίδιου του Δικαστή με το παιδί, προκειμένου αυτό να εκφραστεί άμεσα για αυτά τα καθοριστικά για τη ζωή του θέματα, εφόσον βέβαια το επιτρέπει η ωριμότητά του, διάταξη που εφαρμόζεται στην πράξη, συνεπώς δεν μπορεί κανείς να διαμαρτύρεται ότι αγνοείται η άποψη των παιδιών.

Έχω ωστόσο σχηματίσει την άποψη, ότι το συμφέρον των παιδιών, με κανένα τρόπο δεν συνδέεται με την έννοια της ποσοτικής ισότητας τύπου 50-50 αλλά οπωσδήποτε με την έννοια της επάρκειας και της αναλογικότητας και αυτονόητα της εξάλειψης των διακρίσεων με κριτήριο το φύλο. Διότι όταν συζητούμε για τη ρύθμιση της καθημερινότητας και εν γένει της ζωής, μου φαίνεται αδιανόητο να σταθμίζουμε εκ των προτέρων τα αστάθμητα, αφού από τη στιγμή που δυο άνθρωποι χωρίζουν, οι όροι διαβίωσής τους (επαγγελματικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί) είναι πλέον διαφορετικοί, συνεπώς δεν νοείται ισότητα αλλά αναλογικότητα. Εάν ο ένας γονέας εργάζεται 5 ώρες την ημέρα ενώ ο άλλος 12, με τι λογική μπορεί να επιβάλλουμε σε ένα παιδί να περνά «ίσο» χρόνο με τους δύο γονείς (συνεπώς πολλές, πολλές ώρες χωρίς κανένα γονέα) και ποιον τελικά επιδιώκουμε να ικανοποιήσουμε με μια τέτοια ρύθμιση; Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι άλλο πράγμα είναι η ισότητα και άλλο η δικαιοσύνη διότι αν σε ανόμοιες καταστάσεις δώσεις την ίδια λύση, τότε θα οδηγηθείς σε άδικα αποτελέσματα.

Τα ανάλογα μπορεί να σκεφτεί κανείς και για την εναλλασσόμενη κατοικία, πέρα από το αίσθημα σταθερότητας, που δεν πιστεύω ότι εμπεδώνεται με τον τρόπο αυτό στο παιδί. Αλήθεια, έχουμε συνειδητοποιήσει τι δεσμεύσεις συνεπάγεται μια τέτοια λύση και σε τι διαδικασία βάζουμε τα παιδιά, ιδίως όταν δεν είναι ελεύθερη επιλογή των δυο γονέων αλλά επιβεβλημένη από ένα Δικαστήριο; Έχουμε αντιληφθεί τι σημαίνει πρακτικά αυτό, ότι δηλαδή δυο άνθρωποι που δεν συμφωνούσαν όσο ζούσαν μαζί σαν οικογένεια και δεν μπορούν να συμφωνήσουν ούτε στα στοιχειώδη κατά τη λύση του γάμου τους, θα πρέπει να συντονίσουν τις δυο εντελώς ανεξάρτητες πλέον ζωές τους σε ένα κοινό πρόγραμμα και ωράριο δραστηριοτήτων του παιδιού; Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι οι ρυθμίσεις του νόμου, δεν επιβάλλονται επιλεκτικά, φωτογραφικά ή ιδανικά, μόνο στις περιπτώσεις που δυο νέοι γονείς με ένα μικρό παιδί με μέσο ωράριο εργασίας και μεσαίο εισόδημα χωρίζουν, αλλά ρυθμίζουν το σύνολο, δηλαδή εντελώς ανομοιογενείς καταστάσεις, όπως πχ. όταν ο ένας γονέας εισπράττει από την εργασία του 500 ευρώ το μήνα ή ταξιδεύει δυο φορές την εβδομάδα ή εργάζεται 9-9 και ζει στην άλλη άκρη της πόλης ή έχει φτιάξει τη νέα του οικογένεια, συνεπώς το παιδί του τον μισό μήνα θα ζει με τον ένα γονιό στο ένα σπίτι και τον άλλο μισό σε άλλο σπίτι με τον άλλο γονιό και για παράδειγμα δυο ετεροθαλή αδελφάκια;

Αυτονόητα, δεδομένου ότι όλα τα ανωτέρω δικαιώματα των γονέων, συνιστούν ταυτόχρονα και υποχρεώσεις τους, εφόσον για την αναβάθμισή τους προβάλλονται πρωτίστως ως δικαιώματα των παιδιών και προστατεύεται δι αυτών η ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη των παιδιών, δεν θα έπρεπε όπως προβλέπονται κυρώσεις για τον γονέα που θέτει στον άλλον προσκόμματα, να προβλέπονται και κυρώσεις σε βάρος των μη ανταποκρινόμενων στις ανωτέρω υποχρεώσεις τους γονέων; Περαιτέρω, τι γίνεται με το ζήτημα της συμμετοχής στα έξοδα του παιδιού, δεν τίθεται αυτό πλέον και ο καθένας αναλαμβάνει τα έξοδα για την περίοδο που διαμένει το παιδί μαζί του; Και τι γίνεται όταν ο ένας γονέας δεν έχει επαρκή εισοδήματα για να καλύψει τα έξοδα του παιδιού για την περίοδο που ζει με το παιδί; Και πως επιδρά στο παιδί τυχόν μεγάλη διαφορά στην οικονομική κατάσταση των δυο γονέων του, εάν το μισό μήνα ζει πλουσιοπάροχα και τον άλλο μισό με στερήσεις;

Τα παραδείγματα δύσκολων καταστάσεων για δυνατούς λύτες είναι άπειρα, αλλά καταδεικνύουν ένα και μόνο: το κρίσιμο είναι η αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας του παιδιού και αυτό, δεν είναι αριθμητικό αλλά ποιοτικό ζητούμενο. Τα παιδιά έχουν ανάγκη και τους δύο γονείς τους, τον καθένα για τη μοναδικότητά του, με το ρόλο που εκούσια έχει αναλάβει στη ζωή του παιδιού. Το μοντέλο της συνεπιμέλειας, πρακτικά μπορεί να εφαρμοστεί μόνο εφόσον ειλικρινά το επιθυμούν οι δύο γονείς και τα παιδιά και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμοστεί εξαναγκαστικά εν μέσω διαφωνιών, κατόπιν δικαστικής απόφασης. Στην πράξη θα είναι όλεθρος. Αναμφίβολα, οι δικαστικές αποφάσεις επιβάλλεται να είναι απαγκιστρωμένες από τα στερεότυπα που προκρίνουν το ένα φύλο έναντι του άλλου εκ της ιδιότητάς του και μόνο, χωρίς να εξετάζουν την ουσία του πράγματος. Έχετε δει ποτέ ένα παιδί να κλαίει επειδή θέλει να κοιμηθεί με τον μπαμπά του, ή επειδή η μαμά δεν γύρισε το μεσημέρι από τη δουλειά; Διότι ο κάθε εχέφρων άνθρωπος, όταν το δει αυτό, το μόνο που θέλει είναι να «προσφέρει» στο παιδί τον γονιό του που του λείπει. Αυτό δεν σημαίνει ότι ισότιμος γονέας είναι αυτός που συναποφασίζει όλες τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας του παιδιού, οι οποίες στην πραγματικότητα δεν μπορούν καν να προβλεφθούν εκ των προτέρων και μάλιστα πιο πολύ από ότι τις συναποφάσιζε πριν τον χωρισμό. Ισότιμος γονέας είναι εκείνος που επιφυλάσσει για τον εαυτό του τον μοναδικό ξεχωριστό του ρόλο στη ζωή του παιδιού, είναι παρών διαρκώς, διαθέσιμος διαρκώς, σεβόμενος την παρουσία του άλλου γονέα και την εξέλιξη της ζωής του παιδιού, αναγνωρίζοντας τα δικαιώματά του ταυτόχρονα ως υποχρεώσεις του.