Δυο λόγια για τα επεισόδια στη Μόρια

Με αφορμή την πρόσφατη καταστροφή στη Μόρια, επανέρχεται η συζήτηση για τον τρόπο αντιμετώπισης της αθρόας εισέλευσης ανθρώπων αιτούντων άσυλο στην ελληνική επικράτεια από τα νησιά μας.

Πρώτα από όλα θα πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν είναι η πρώτη φορά που καταστρέφεται η δομή της Μόριας από τους ίδιους τους φιλοξενούμενους σε αυτήν, ωστόσο είναι πρωτόγνωρη η έκταση της ζημιάς και σε συνδυασμό με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε από τη γείτονα χώρα ως προς τα εθνικά μας σύνορα, είναι προδήλως ανησυχητική η ευκολία με την οποία μια ομάδα ανθρώπων μέσα σε μερικές ώρες φέρεται να προξένησε – σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα – στην ακριτική Λέσβο μια τέτοια ανεξέλεγκτη καταστροφή. Όσοι το είδαν και το έζησαν ευλόγως θα απαιτήσουν την εξάντληση της αυστηρότητας της δικαιοσύνης ενόψει του μεγέθους της καταστροφής και πράγματι η ποινική δικαιοσύνη στέκεται στο ύψος των περιστάσεων σε ανάλογες περιπτώσεις παρά τις αποδεικτικές δυσχέρειες, ωστόσο θα πρέπει εδώ να επισημάνουμε, ότι η δουλειά της ποινικής δικαιοσύνης δεν είναι να δίνει λύσεις σε τέτοιες καταστάσεις αλλά να δίνει απαντήσεις, όταν αποδεικνύεται ενώπιον Της ότι αυτά πράγματι τελέστηκαν.

Αυτονόητα, μια αντίστοιχη κατάσταση θα μπορούσε να έχει προκληθεί και στη Χίο και σε οποιοδήποτε από τα νησιά που βρέθηκαν τα τελευταία χρόνια να σηκώνουν το βάρος της διαχείρισης των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών, για αδικαιολόγητο χρονικό διάστημα μόνα τους,αντιμέτωπα με την εκκωφαντική απραξία της υπόλοιπης Ελλάδας και την «συμπαράσταση» της Ευρώπης, στάση εντελώς αδόκιμη, αφού η συμπαράσταση προϋποθέτει ότι το πρόβλημα είναι ξένο και δεν μας αφορά. Θέλω να πιστεύω ότι μετά την καταστροφή της Μόριας αντιληφθήκαμε όλοι, ότι η σώρευση υπό τέτοιες συνθήκες των αιτούντων άσυλο στα νησιά από τα οποία εισήλθαν είναι τρομερά επικίνδυνη για τα νησιά μας και τα εθνικά μας σύνορα συνακόλουθα, καθώς έχουμε περιέλθει σε μια παρατεταμένη και εξαντλητική κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας και τεταμένης προσοχής για τη διατήρηση του ελέγχου και της εθνικής κυριαρχίας επ΄ αυτών, σε μια εποχή και υπό περιστάσεις, που θα έπρεπε να τα διαφυλάττουμε ως «κόρην οφθαλμού».

Ωστόσο, αν θέλουμε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα, το πρώτο που οφείλουμε είναι να αναγνωρίσουμε την πραγματική του διάσταση. Γύρω στο 2012, η πύλη εισόδου των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών μετατοπίστηκε από τα χερσαία σύνορα στον Έβρο προς τα νησιά του Αιγαίου. Αυτή τη στιγμή στα νησιά μας κατοικούν υπέρμετρος αναλογικά με τους μονίμους κατοίκους αριθμός αιτούντων άσυλο από διαφορετικές χώρες και με διαφορετικό ιστορικό, εκ των οποίων είναι πάρα πολλοί αυτοί που δεν έχουν προσφυγικό προφίλ αλλά στην πραγματικότητα είναι οικονομικοί μετανάστες. Είναι εφικτό λοιπόν, ενόψει του ότι είμαστε δέκτες μεταναστευτικών και προσφυγικών κυμάτων να μην έχουμε την παραμικρή δομή για την καταγραφή των στοιχείων τους και την υποβολή των αιτημάτων ασύλου; Μάλλον όχι, από τη στιγμή που δεσμευόμαστε από τη Συνθήκη της Γενεύης να δεχόμαστε τα αιτήματα ασύλου που κατατίθενται σε εμάς και οφείλουμε να τηρούμε τη θεμελιώδη αρχή της μη επαναπροώθησης . Βέβαια, η Συνθήκη της Γενεύης, η οποία αποτελεί το θεμελιώδες νομοθέτημα για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των προσφύγων, ορίζει και ότι οι αιτούντες άσυλο οφείλουν να συμμορφώνονται στους νόμους, τους κανονισμούς και τα μέτρα για την διατήρηση της δημόσιας τάξης της χώρας που παρέχει το άσυλοκαι γενικώς δεν κατοχυρώνει μόνο δικαιώματα αλλά ορίζει και υποχρεώσεις και προβλέπει και στοιχειώδεις δικλείδες ασφαλείας για τις χώρες που παρέχουν το άσυλο.

Παραπέρα, αυτό δεν σημαίνει και ότι η παραμονή στα νησιά μαςόλων των προσώπων που καταφθάνουν στις όχθες μας και ζητούν άσυλο, με τις ιδιαιτερότητες που τα νησιά παρουσιάζουν, δηλαδή την φυσική «απομόνωση» από την ηπειρωτική Ελλάδα και τη συγκοινωνιακή δυσκολία, την αποδυνάμωση του πληθυσμού τους και την αδήριτη ανάγκη αυξημένης προστασίας υπό την ιδιότητά τους ως εθνικών συνόρων, είναι κάτι το διαχειρίσιμο ή εφικτό. Αντιθέτως, ακόμη και κλειστή να είναι μια μόνιμα εγκατεστημένη δομή δυσανάλογης με τον μόνιμο πληθυσμό χωρητικότητας, δεν μπορεί να μην έχει στιγματιστικές συνέπειες για το νησί.Τι είναι όμως αυτό, που διαφοροποιείτο δράμα που επί χρόνια βιώνουμε εμείς στα ελληνικά νησιά από το δράμα που παρ΄ ολίγον να εκτυλιχθεί με την αθρόα εισβολή μεταναστώνστα σύνορά μας στον Έβρο, ώστε στη μεν περίπτωση των νησιών μας τα κρατικά αντανακλαστικά αδράνησαν εγκληματικά, ενώ στηνπερίπτωση του Έβρουέγινε αμέσως λόγος για ασύμμετρη απειλή και προτάχθηκε η εθνική ασφάλεια; Είναι προφανές ότι τότε που ξεκίνησαν τα μεταναστευτικά και προσφυγικά κύματα προς τα νησιά, δεν αντιληφθήκαμε έγκαιρα το πραγματικό διακύβευμα και το βάθος του προβλήματος, αφού την ώρα που η Τουρκία έθετε ευθέως θέμα περί μη ύπαρξης οριοθετημένων θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίαςεργαλειοποιώντας τους ανθρώπους για την επιδίωξη γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων, εμείς ακόμηδιερωτώμασταν αν έχει σύνορα η θάλασσα.

Τα γεγονότα στη Μόρια, απέδειξαν ότι η δημιουργία τεράστιων δομών παραμονής αιτούντων άσυλο, δεν προσφέρει λύση ούτε στα νησιά, ούτε στους αιτούντες άσυλο. Οι επιπτώσεις στα νησιά από τη μεταναστευτική κρίση είναι δραματικές και επιδεινώνονται πολύ περισσότερο από την έλλειψη ανακουφιστικών μέτρων για τους κατοίκους των περιοχών που επλήγησαν και τη νωθρή αναπτυξιακή πολιτική.Αλήθεια, τι έχει προσφερθεί μέχρι σήμερα στους κατοίκους του Κάστρου ή του Χαλκειός, για να υποστηριχθούν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που τους ανέκυψαν τα τελευταία έτη;Όσο μετριοπαθώς κι αν θέλουμε να βλέπουμε τα πράγματα, σήμερα, που η Τουρκία φτάνει στο σημείο να ζητά την αποστρατιωτικοποίησή των νησιών μας, είναι δυνατόν να μην μας προκαλεί ανησυχία η σκέψη ότι τελικά, αυτή η οργανωμένη και υποκινούμενη μετακίνηση πληθυσμών της τελευταίας δεκαετίας μπορεί και να αποτελεί τον δούρειο ίππο για τις επεκτατικές βλέψεις της γείτονος χώρας;

Η Ευρώπη, δεν μπορεί να εξακολουθήσει να κλείνει τα μάτια σε μια κατάσταση που δεν της αρέσει.Οι καιροί αλλάζουν και οι περιστάσεις αλλάζουν και όταν συμβαίνει αυτό, είναι καιρός να αλλάζει και η νομοθεσία που διέπει τις περιστάσεις. Αν λοιπόν η Ευρώπη δεν θέλει να ξέρει πως είναι να βιώνει κανείς ένα τέτοιο πρόβλημα, δεν μπορεί να υποδεικνύει σε εκείνους που το ζουν να το «ζήσουν» πιο «ανθρωπιστικά», πιο «ευρωπαϊκά», αλλά οφείλει να τουςεπιτρέψει δείχνοντας την απαιτούμενη ευελιξίασε αυτούς που εν τοις πράγμασι δεν μπορούν να «στρουθοκαμηλίζουν», να ορίσουν τα μέσα αυτοπροστασίας τους και να θέσουν σε απόλυτη προτεραιότητα την εθνική τους ασφάλεια και κυριαρχία, σε τελική ανάλυση την επιβίωσή τους.